Τα βλαχοχώρια της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας αναπτύχθηκαν στα ορεινά και τις διαβάσεις της περιοχής ως δορυφόροι ενός οικιστικού συστήματος με αναμφισβήτητο μητροπολιτικό κέντρο την περιοχή στη ραχοκοκαλιά της Πίνδου. Το Πισοδέρι, το Νυμφαίο (Νέβεσκα) και η Κλεισούρα, αλλά και η Βλάστη (Μπλάτσι), τα Νάματα (Πιπιλίστα) και το Σισάνι, παρά την αμφιλεγόμενη συμμετοχή Βλάχων στην εδραίωσή τους, σχημάτιζαν το βασικό δίκτυο.
Υπήρξαν οικισμοί που δέχθηκαν κύματα Βλάχων προσφύγων από τις περιοχές της Μοσχόπολης και του Γράμμου, στα τέλη του 18ου αιώνα, και με τη σειρά τους προώθησαν νέες κινήσεις μετοικεσίας. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανέπτυξαν μια κοινωνική και οικονομική ταυτότητα που βασίστηκε κατά πολύ στις μεταφορές, τη βιοτεχνία, το εμπόριο και την περιοδική μετανάστευση σε αναζήτηση επαγγελματικών ευκαιριών.
Είναι γνωστό πως η παλαιότερη σαφής αναφορά για την παρουσία βλάχικων πληθυσμών στον ελληνικό χώρο και γενικότερα στη νότια Βαλκανική, πολύ κάτω από το Δούναβη, χρονολογείται στα 976. Εκείνη τη χρονιά, κάπου ανάμεσα στην Καστοριά και τις Πρέσπες, σε κάποια τοποθεσία με το όνομα Καλάς Δρύς, κάποιοι βλάχοι οδίτες, δηλαδή κάποιοι μεταφορείς, σκότωσαν το Δαβίδ, έναν από τους αδελφούς του τότε Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ.
Όποιοι κι αν ήταν αυτοί οι Βλάχοι θα πρέπει να αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου πληθυσμού, που μερικές δεκαετίες αργότερα, στα 1020, εντάχθηκε στην επισκοπή Βρεανύτης ήτοι Βλάχων Επισκοπή, όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Βουλγαροκτόνος φέρεται να αναδιοργάνωσε την αρχιεπισκοπή της Αχρίδας. Η επισκοπή των Βλάχων μοιάζει να θεσμοθετήθηκε οριστικά στα χρόνια των Κομνηνών, στα μέσα του 11ου αιώνα.
Όταν αναφερόμαστε στους διάφορους βλάχικους οικισμούς και τις εγκαταστάσεις, η Ηράκλεια Σερρών σπάνια συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα σε αυτούς. Παραμένει μία από τις πλέον άγνωστες περιπτώσεις. Ωστόσο, αν και δεν κατοικήθηκε ποτέ αποκλειστικά και μόνο από Βλάχους, υπήρξε η πιο αξιόλογη εγκατάστασή τους σε ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία.
Γνωστή παλιότερα με το όνομα Κάτω Τζουμαγιά δε φημίζεται για το απώτερο ιστορικό παρελθόν της, καθώς μας παρουσιάζεται ως ένας οικισμούς που δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτό που την έκανε ξεχωριστή, άλλοτε, ήταν ο ρόλος της ως ένα ιδιαίτερα δυναμικό κέντρο εμπορίου, το οποίο γεννήθηκε μέσα από την παραγωγική οικονομία του κάμπου του Στρυμόνα και τις επιχειρηματικές ικανότητες των Βλάχων κατοίκων της και το οποίο τόλμησε, κάποτε, να ανταγωνιστεί ακόμη και τις Σέρρες.
Τα χρόνια και τα γεγονότα που συνδέονται με την επανάσταση του 1821 αποτέλεσαν μία χρονική και ιστορική καμπή για τη γεωγραφική χωροθέτηση των Αρβανιτόβλαχων στη Βαλκανική. Μέχρι τότε μπορούμε να πούμε πως το μεγαλύτερο μέρος των προγόνων των σημερινών Αρβανιτόβλαχων κινούνταν κυρίως στην Ήπειρο και τη σημερινή κεντρική και νότια Αλβανία.
Αν και είναι σίγουρο πως η συνεχής αναζήτηση των αναγκαίων για τα κοπάδια τους χορτολιβαδικών εκτάσεων και κυρίως χειμαδιών έφερνε, συχνά, ορισμένες αρβανιτοβλάχικες ομάδες μέχρι τις πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας και της Ρούμελης. Όμως, από τη δεκαετία του 1820, τα φαλκάρια των Αρβανιτόβλαχων εμφανίζονται να εξαπλώνονται σταδιακά, αναζητώντας ευκαιρίες για νέες σταθερότερες εγκαταστάσεις πέρα από την Ήπειρο και την Αλβανία.
Σταδιακά και από τις αρχές του 19ου αιώνα, η Κατερίνη εξελίχθηκε σε διοικητικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής ανάμεσα στα Πιέρια και τον Όλυμπο. Εκείνη την εποχή, η περιοχή της Πιερίας αποτελούσε μία από τις ανατολικότερες περιφέρειες κάτω από την εξουσία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Στα χρόνια της παντοδυναμίας του, η εξουσία του έφτανε μέχρι το λιμανάκι του Ελευθεροχωρίου, τη σημερινή Μεθώνη.
Τοποτηρητής της κυριαρχίας του Αλή στη περιοχή ήταν ο γιος του Βελή Πασάς, ο οποίος με έδρα το θεσσαλικό Τύρναβο φρόντιζε για την υποταγή των πάντων στη θέληση του πατέρα του. Τα χρόνια αυτά, o οικισμός της Κατερίνης παρουσιάζεται ως ένα χωριό με 140 σπίτια και, κυρίως, χριστιανούς κατοίκους. Ωστόσο, υπήρχαν και ορισμένοι μουσουλμάνοι κάτοικοι τουρκικής ή και αλβανικής καταγωγής.
Η Αστική Σχολή Βαρδαρίου υπήρξε το δεύτερο πρωτοβάθμιο εκπαιδευτήριο για αγόρια που έθεσε σε λειτουργία η ελληνορθόδοξη κοινότητα Θεσσαλονίκης, μετά από αυτό της Κεντρικής Αστικής Σχολής. Το πιθανότερο είναι πως πρωτολειτούργησε στα 1866, στα δυτικά της περιτειχισμένης ακόμη πόλης, σε μια προσπάθεια να καλύψει τις διογκούμενες εκπαιδευτικές ανάγκες της κοινότητας. Κατά το σχολικό έτος 1874-1875, στην Αστική Σχολή Βαρδαρίου φαίνεται πως είχαν εγγραφεί 93 μικροί μαθητές, ενώ στην Κεντρική Σχολή είχαν εγγραφεί 340 μαθητές και στο παρθεναγωγείο 344 μαθήτριες. Σε αυτούς τους αριθμούς συμπεριλαμβανόταν και οι μαθητές και οι μαθήτριες των εξαρτημένων μικτών νηπιαγωγείων. Από τους 93 μαθητές της Αστικής Σχολής Βαρδαρίου μόλις 5 δεν κατάγονταν από την ίδια την πόλη2 .
Η παρουσία στη Θεσσαλονίκη ενός μικρότερου ή μεγαλύτερου αριθμού ορθόδοξων χριστιανών βλάχικης καταγωγής επιβεβαιώνεται, μέσα από αρχειακές πηγές, καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν την επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους στα 1830, διαδοχικά κύματα Βλάχων συνέρρευσαν στη μακεδονική πρωτεύουσα, προσαυξάνοντας ακόμη περισσότερο την προηγούμενη βλάχικη παρουσία.
Άλλοι αναζήτησαν εδώ ασφάλεια μετά από τις έκρυθμες καταστάσεις που γέννησαν επαναστατικές κινήσεις και πολεμικές περιπέτειες, (1821, 1854, 1878, 1904-1908), και άλλοι ευκαιρίες οικονομικής και κοινωνικής προόδου, καθώς η πόλη σταδιακά μεταλλάσσονταν, παίρνοντας τη μορφή ενός δυναμικού διοικητικού και οικονομικού κέντρου στην καρδιά των τελευταίων οθωμανικών επαρχιών στα Βαλκάνια.
Σελίδα 2 από 5