Παρά τα όποια προβλήματα προσαρμογής των πρώτων ημερών της απελευθέρωσης και σε αντίθεση με τους αναμενόμενους φόβους για πράξεις αντεκδικήσεις1 , πολύ σύντομα, οι ομάδες των ρουμανιζόντων Βλάχων της ευρύτερης περιοχής της Βέροιας ήταν ελεύθερες να συνεχίσουν τη δράση τους με ιδιαίτερη άνεση. Οι σχετικές διπλωματικές πιέσεις της Ρουμανίας και η αποδοχή μεγάλου μέρους των απαιτήσεών της από το Βενιζέλο, στο πλαίσιο της Συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1913, παρείχαν τα απαραίτητα εχέγγυα. Οι διασπαστικές βλάχικες και όχι ρουμανικές κοινότητες, που είχαν σκόπιμα αναγνωρίσει οι οθωμανικές αρχές με τον περίφημο σουλτανικό ιραδέ του 1905, μετατράπηκαν, ουσιαστικά με τη συγκατάθεση του επίσημου ελληνικού κράτους, στις λεγόμενες «κουτσοβλαχικές» κοινότητες των διπλωματικών εγγράφων υπό ρουμανική αρωγή και προστασία2 . Αν και στην πράξη, θα μπορούσαν κανείς να τις χαρακτηρίσει πραγματικές, ρουμανικές, μειονοτικές κοινότητες.
Αγαπητά μας παιδία,
Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια, δηλαδή ένας ολόκληρος αιώνας, από τότε που η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία απελευθερώθηκαν και εντάχθηκαν μαζί με άλλες περιοχές της πατρίδας μας στον εθνικό κορμό. Είναι μια ιδιαίτερα σημαντική ιστορική επέτειος καθώς η μικρή τότε Ελλάδα είχε μόλις βγει νικήτρια μέσα από τις μάχες των δύο Βαλκανικών Πολέμων και είχε διπλασιάσει σχεδόν την έκταση και τον πληθυσμό της, επιτυγχάνοντας ένα σημαντικό μέρος της γεωγραφικής εθνικής ολοκλήρωσής της. Όμως οι επιτυχίες και τα κατορθώματα εκείνης της χρονιάς δεν ήρθαν στα ξαφνικά και δίχως κόπο. Είχε προηγηθεί μια μακροχρόνια και σκληρή πάλη, τόσο ένοπλη όσο και ιδεολογική, ώστε να προετοιμάσει κατάλληλα το έδαφος.
Μα κυρίως, η Ελλάδα είχε περάσει μέσα από τις εμπειρίες του περίφημου Μακεδονικού Αγώνα. Την επέτειο αυτού του αγώνα τιμάμε σήμερα με τη μικρή σχολική μας γιορτή.
Είναι γνωστό[1] από την ιστοριογραφία περί Βλάχων πως μία σειρά από ιστορικά γεγονότα, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, στάθηκαν αφορμές και αιτίες για τη μαζική διασπορά βλάχικων πληθυσμών από τις ορεινές μητροπολιτικές περιοχές τους κατά μήκος της Πίνδου και των προεκτάσεών της. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι Βλάχοι που, ακολουθώντας τα κύματα των εξόδων, αναζήτησαν ασφάλεια και τρόπους επιβίωσης πέρα από τον ποταμό Αξιό, το μέχρι τότε ανατολικό γεωγραφικό όριό τους, όπου δε συνάντησαν προηγούμενους τοπικούς βλάχικους πληθυσμούς.
Οι διάφορες μελέτες αναγνωρίζουν το ιστορικό γεγονός πως τα σημερινά βλαχοχώρια και οι εγκαταστάσεις των Βλάχων στην περιοχή του Βερμίου, της Βέροιας και της Νάουσας είναι αποτέλεσμα πληθυσμιακών μετακινήσεων και πως αυτά εδραιώθηκαν και αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, με εναρκτήριο ορόσημο την καταστροφή της Νάουσας στα 1822. Έτσι, γεννάται το ερώτημα για την παρουσία Βλάχων στην περιοχή σε παλαιότερους χρόνους [1].
Ταξιδεύοντας στο παρελθόν, γνωρίζουμε πως δύο αιώνες πριν, κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, είχε, ήδη, διαμορφωθεί και αναπτυχθεί, στις πλαγιές του Βερμίου, το οικιστικό δίκτυο μίας ομάδας χριστιανικών χωριών που βρίσκονταν σε άμεση σχέση με τη μικρή, αλλά δυναμική και, μάλλον, προνομιούχα, τότε, πολιτεία της Νάουσας, όπως και με το διοικητικό κέντρο της Βέροιας.
Είναι αλήθεια πως, μέχρι και σήμερα, κυριαρχούν κάποιες ισχυρά στερεότυπες αντιλήψεις περί Βλάχων. Δυστυχώς, είναι πολλοί αυτοί που αγνοούν τις πολλαπλές οικονομικές δραστηριότητες και το εύρος της κοινωνικής διαστρωμάτωσής τους και που εξακολουθούν να έχουν την εντύπωση πως οι Βλάχοι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά κάποιοι απολίτιστοι νομαδοκτηνοτρόφοι κι ακόμη χειρότερα μια περιθωριακή ομάδα αμφίβολης εθνικής ταυτότητας και δράσης.
Με τη σημερινή ευκαιρία, που μας προσφέρει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων, κι έχοντας ως παράδειγμα τη διασύνδεσή τους με τη Θεσσαλονίκη θα καταδειχθεί το άτοπο και άδικο αυτών των αρνητικών συνειρμών.
Ο τόσο χαρακτηριστικός ρόλος των Βλάχων ως συνδημιουργοί της αστικής ελληνορθόδοξης κοινότητας της πόλης, από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και μέχρι την απελευθέρωση, έρχεται να αποκαταστήσει, έστω, μερικώς την εικόνα τους και να παρουσιάσει παραγνωρισμένες διαστάσεις της ιστορικής τους ταυτότητας.
Τα βλαχοχώρια της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας αναπτύχθηκαν στα ορεινά και τις διαβάσεις της περιοχής ως δορυφόροι ενός οικιστικού συστήματος με αναμφισβήτητο μητροπολιτικό κέντρο την περιοχή στη ραχοκοκαλιά της Πίνδου. Το Πισοδέρι, το Νυμφαίο (Νέβεσκα) και η Κλεισούρα, αλλά και η Βλάστη (Μπλάτσι), τα Νάματα (Πιπιλίστα) και το Σισάνι, παρά την αμφιλεγόμενη συμμετοχή Βλάχων στην εδραίωσή τους, σχημάτιζαν το βασικό δίκτυο.
Υπήρξαν οικισμοί που δέχθηκαν κύματα Βλάχων προσφύγων από τις περιοχές της Μοσχόπολης και του Γράμμου, στα τέλη του 18ου αιώνα, και με τη σειρά τους προώθησαν νέες κινήσεις μετοικεσίας. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανέπτυξαν μια κοινωνική και οικονομική ταυτότητα που βασίστηκε κατά πολύ στις μεταφορές, τη βιοτεχνία, το εμπόριο και την περιοδική μετανάστευση σε αναζήτηση επαγγελματικών ευκαιριών.
Είναι γνωστό πως η παλαιότερη σαφής αναφορά για την παρουσία βλάχικων πληθυσμών στον ελληνικό χώρο και γενικότερα στη νότια Βαλκανική, πολύ κάτω από το Δούναβη, χρονολογείται στα 976. Εκείνη τη χρονιά, κάπου ανάμεσα στην Καστοριά και τις Πρέσπες, σε κάποια τοποθεσία με το όνομα Καλάς Δρύς, κάποιοι βλάχοι οδίτες, δηλαδή κάποιοι μεταφορείς, σκότωσαν το Δαβίδ, έναν από τους αδελφούς του τότε Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ.
Όποιοι κι αν ήταν αυτοί οι Βλάχοι θα πρέπει να αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου πληθυσμού, που μερικές δεκαετίες αργότερα, στα 1020, εντάχθηκε στην επισκοπή Βρεανύτης ήτοι Βλάχων Επισκοπή, όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Βουλγαροκτόνος φέρεται να αναδιοργάνωσε την αρχιεπισκοπή της Αχρίδας. Η επισκοπή των Βλάχων μοιάζει να θεσμοθετήθηκε οριστικά στα χρόνια των Κομνηνών, στα μέσα του 11ου αιώνα.
Σελίδα 1 από 5