Η Θεσσαλονίκη και οι Βλάχοι
Μελέτες για τους Βλάχους - 1ος τόμος
σκληρό καπάκι 25Χ18 εκ
270 σελίδες
100 παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες
Εκδόσεις Ζήτρος - Θεσσαλονίκη 2000

Προλογική Εισαγωγή του καθηγητή Γιάννη Ζ. Δρόσου

Περιεχόμενα

Φωτογραφίες

Διάβασέ το

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

του Καθηγητή Γιάννη Ζ. Δρόσου,
Διευθυντή του Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης

Μελέτες για τους Βλάχους Α`
Θεσσαλονίκη και οι Βλάχοι

 

Η τετράτομη ενότητα “Μελέτες για τους Βλάχους”, δεν έχει ως αντικείμενο εξέτασης την απώτερη καταγωγή των Βλάχων και αυτό γιατί όποια και αν είναι η καταγωγή τους δε φαίνεται να έχει διαδραματίσει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στη νεότερη εξέλιξή τους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας, το ουσιαστικό ενδιαφέρον εστιάζεται στην παρουσίαση των ίδιων των Βλάχων και επικεντρώνεται στο ερώτημα “ποιοί είναι” και όχι “τί είναι” οι Βλάχοι.

Πέρα από το αναμφισβήτητο γεγονός της ύπαρξης των Βλάχων, η εργασία του κ. Κουκούδη εξετάζει τη συμβίωση και την ενσωμάτωση των βλαχόφωνων πληθυσμών με τους ελληνόφωνους, μα κυρίως μας παρουσιάζει την ιδιαίτερα σημαντική συμβολή και προσφορά τους στη διαμόρφωση της ρωμιοσύνης και στη δημιουργία της νεοελληνικής κοινωνικής ταυτότητας. Η ταύτιση των Βλάχων με τα ορεινά δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένδειξη στεγανότητας μίας κλειστής και αποκομμένης κοινωνίας. Αντίθετα, η αρχική και για αιώνες ανάπτυξη των μητροπολιτικών εστιών τους στα ορεινά φαίνεται πως προσέφερε στους Βλάχους τις καλύτερες ευκαιρίες για διάκριση. Επωφελούμενοι από τη γεωγραφία, τις ιδιόρρυθμες σχέσεις τους με την κεντρική εξουσία, τους πλούσιους και αξιοποιήσιμους στο δεδομένο χρόνο πόρους πρόβαλαν αποφασιστικά στο ιστορικό προσκήνιο τόσο ως βασικά στελέχη της παραδοσιακής classe militaire των ορεινών Βαλκανίων όσο και ως ιδιαίτερα δυναμικά στελέχη της εμποροβιοτεχνικής τάξης των αστικών κέντρων. Ήταν δύο ιδιότητες συμπληρωματικές του κτηνοτροφικού καταρχήν προσανατολισμού των ορεινών κοινοτήτων τους και έθεσαν τους Βλάχους στην κορυφή της παραδοσιακής κοινωνικής πυραμίδας των οθωμανικών Βαλκανίων. Τελικά, η οικονομική και κοινωνική εξέλιξη των διάφορων βλάχικων ομάδων, και όχι η γλωσσική τους ταυτότητα ή η καταγωγή τους, ήταν ο καθοριστικός παράγοντας που διαμόρφωσε τις σχέσεις τους με τους γείτονες και ιδιαίτερα με τους υπόλοιπους Έλληνες.

Κι όμως, σε αρκετές περιπτώσεις είχε παραβλεφθεί ο καθοριστικός χαρακτήρας της κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξης των βλάχικων πληθυσμών, αν και είχε ελκύσει τον ενδιαφέρον των ξένων περιηγητών ήδη από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Η έρευνα είχε στραφεί περισσότερο γύρω από τις ομάδες των νομαδοκτηνοτρόφων Βλάχων και μάλλον αγνόησε τους εξίσου πολυπληθείς αλλά εδραίους εμποροβιοτέχνες. Ένα από τα άμεσα αποτελέσματα ήταν η ενίσχυση των λανθασμένων στερεοτυπικών αντιλήψεων. Ωστόσο, οι εμποροβιοτεχνικές - “αστικές” καταβολές των Βλάχων δε φαίνεται να είναι λιγότερο παλιές από τις νομαδοκτηνοτροφικές. Το αντίθετο μάλιστα, η αστική τους τάξη είναι ταυτόχρονη ή και παλαιότερη πολλών άλλων βαλκανικών ομάδων. Τα παραδείγματα των βλάχικων εγκαταστάσεων στις πολιτείες της ελληνικής χερσονήσου, ιδιαίτερα αυτών της Μακεδονίας, μα κυρίως στη Θεσσαλονίκη, αποτελούν μαρτυρίες μιας μάλλον αγνοημένης διάστασης των Βλάχων.

Στον παρόντα τόμο, η αναλυτικότερη εξέταση της βλάχικης παρουσίας στη Θεσσαλονίκη έρχεται να ανατρέψει τις στερεοτυπικές αντιλήψεις. Επιβεβαιώνει το γεγονός ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των, μάλλον αγνοημένων, αστών Βλάχων η ταύτισή τους με την τύχη της νεότερης Ελλάδας αποτελούσε έναν αυτονόητο και όχι απλά έναν επιλεγμένο μονόδρομο. Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες των αστικών κέντρων των οθωμανικών Βαλκανίων στελεχώθηκαν από τους Βλάχους σε ποσοστό δυσανάλογο του μικρού δημογραφικού τους δυναμικού. Στην οθωμανική Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ου αιώνα οι Βλάχοι δεν αποτελούσαν απλά τα μισά σχεδόν από τα μέλη της τοπικής ελληνικής κοινότητας, αλλά ίσως το πλέον δυναμικό στοιχείο της. Δίχως τη συμβολή τους τα πράγματα ίσως ήταν διαφορετικά. Παρουσίαζαν την πλέον δυναμική οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική και πατριωτική δράση. Ανεξάρτητα της γλωσσικής τους ταυτότητας, συμμετείχαν ισότιμα σε όλα τα κοινοτικά κλιμάκια. Τους συναντούμε ως βιοπαλαιστές στην αγορά της πόλης, ως πανδοχείς, εστιάτορες και καφετζήδες, αλλά και στις τάξεις των ελληνορθόδοξων αρχόντων. Υπήρξαν εκδότες εφημερίδων, γυμνασιάρχες, μεγαλέμποροι, τραπεζίτες, κτηματίες, γιατροί και δικηγόροι. Παρέμειναν πιστοί στο “ρωμαίικο μιλέτ” και διέπρεψαν ως βασικοί αρωγοί του Μακεδονικού Αγώνα και στυλοβάτες του Ελληνικού Προξενείου. Αντιπαρατέθηκαν ενεργά με την προπαγάνδα τόσο μέσα στην πόλη, όσο και στη μακεδονική ενδοχώρα, όπου ενίσχυσαν τους λιγότερο προνομιούχους νομαδοκτηνοτρόφους Βλάχους. Δε θα ήταν υπερβολή να δεχτούμε πως οι Βλάχοι της Θεσσαλονίκης αποτελούν μία από τις ιστορικές μαρτυρίες της ταύτισης των βλάχικων πληθυσμών με το Νεότερο Ελληνισμό, τη Ρωμιοσύνη.

Με ιδιαίτερη λοιπόν ευχαρίστηση χαιρετίζω την κυκλοφορία του παρόντος τόμου εκ μέρους του Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων, στους καταστατικούς σκοπούς του οποίου περιλαμβάνεται και προτείνεται η στήριξη και εκπόνηση επιστημονικών μελετών και δημοσιεύσεων για σημαντικά θέματα της νεοελληνικής ιστορίας.


Γιάννης Ζ. Δρόσος
Διευθυντής Ι.Α.Α.