Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ
1. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΣΑΡΟΥΝΑ
1.1. Η ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ.

Ο γιατρός Δημήτριος Κ. Ζάννας με τον γιό του Κωνσταντίνο, το γαμπρό του Αλκιβιάδη Μάλτο και την κόρη του Ιφιγένεια, Θεσσαλονίκη 1910, (Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα).Η αρχαία μακεδονική πόλη της Θεσσαλονίκης μεταμορφώθηκε ριζικά και ανδρώθηκε ουσιαστικά κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων. Οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που την ονόμασαν πρωτεύουσα της επαρχίας της Μακεδονίας (2ο αι. π.Χ.), με διευρυμένα, αλλά και πολύ συχνά μεταλλασσόμενα σύνορα. Τα μακεδονικά εδάφη υπήρξαν για αρκετές εκατονταετίες το κέντρο του ανατολικού ρωμαϊσμού. Οι γηγενείς πληθυσμοί της νότιας Βαλκανικής ιδιαίτερα της Μακεδονίας και της Ιλλυρίας στρατολογήθηκαν από τους Ρωμαίους για την κατάκτηση των βορειότερων και ανατολικότερων περιοχών. Ήταν η εποχή που η Θεσσαλονίκη έκτισε τις βάσεις της για το ρόλο ενός από τα σημαντικότερα πολιτισμικά κέντρα των Βαλκανίων. Ο ρόλος αυτός κατοχυρώθηκε από τη Θεσσαλονίκη, όταν για πρώτη φορά τα Βαλκάνια βρέθηκαν να αποτελούν έναν ενιαίο και σχετικά ασφαλές διοικητικό χώρο κάτω από την ισχυρή εξουσία των Ρωμαίων. Η Θεσσαλονίκη εκείνων των εποχών ήταν γεμάτη πλούτη και δόξα και τα λατινικά φαίνεται πως ήταν σε παράλληλη χρήση με τα ελληνικά. Όταν οι Ρωμαίοι παραχώρησαν στους κατοίκους των ελληνικών πόλεων τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη και η κάθε πόλη εντάχθηκε σε μία από τις φυλές της Ρώμης, η Θεσσαλονίκη προσαρτιόταν άλλοτε στην Κορνήλια και άλλοτε στην Κλαύδια. Οι πολιτάρχες της τοπικής διοίκησης ήταν πολίτες ελληνικής καταγωγής, όσο και κάτοικοι εκρωμαϊσθέντες ή και γνήσιοι Ρωμαίοι. Η πόλη της Θεσσαλονίκης παρουσιάζεται να συμμετέχει συχνά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και στις αντιπαραθέσεις των πολιτικών παραγόντων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτοκράτορες, στρατάρχες, πολιτικοί παράγοντες και άνθρωποι των γραμμάτων περνούν και εγκαθίστανται κατά διαστήματα στην πόλη. Τους ακολουθούν και εγκαθίστανται σε σταθερότερη βάση απροσδιόριστοι αριθμοί λατινόφωνων εμπορευόμενων, απόστρατων και αποίκων, οι οποίοι εισάγουν νέες λατρείες και έθιμα. Η Εγνατία οδός που περνά από τη Θεσσαλονίκη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ρωμαϊκή-λατινική διάσταση της πόλης. Ποιο ήταν το μέγεθος αυτής της ρωμαϊκής-λατινικής διάστασης της Θεσσαλονίκης είναι δύσκολο να απαντηθεί. Ωστόσο, εκείνη την περίοδο η Θεσσαλονίκη ήταν μία ελληνορωμαϊκή πόλη και η παρουσία ενός πλήθους λατινόφωνων ή εκλατινισμένων κατοίκων θεωρείται βέβαιη. Το 2ο μ.Χ. αιώνα η Θεσσαλονίκη τιμήθηκε με τους τίτλους: μητρόπολις και κολώνια. Το προσδιοριστικό κολώνια εξηγείται από το γεγονός ότι μεταφέρθηκαν στην πόλη νέοι πάροικοι, με σκοπό να πληρώσουν τα κενά τα οποία δημιουργήθηκαν μετά τους πολέμους κατά των βαρβάρων και προ πάντων κατά των Γότθων. Οι πάροικοι αυτοί ήταν πιθανότατα Έλληνες και Ιλλυριοθράκες, καθώς και Ρωμαίοι ή εκρωμαϊσθέντες πληθυσμοί σε περιορισμένο ίσως αριθμό. Είναι, όμως, γνωστό πως η Θεσσαλονίκη υπήρξε ρωμαϊκή αποικία-κολώνια από παλαιότερους ακόμη χρόνους. Ένα ακόμη κύμα πάροικων, ακαθόριστης και πιθανότατα μικτής προέλευσης, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη το 253, υπό την ηγεσία του Βαλεριανού. Ο Γαλέριος τη διάλεξε για έδρα του και υπό την ηγεσία του, γύρω στα 306, μαρτύρησε στην πόλη ο Άγιος Δημήτριος, ένας Ρωμαίος ή τουλάχιστον ένας στρατιωτικός που μιλούσε τόσο τα λατινικά, όσο και τα ελληνικά. Αυτοκράτορες που κατάγονται από Ρωμαίους αποίκους ή τουλάχιστον από εκλατινισμένους γηγενείς πληθυσμούς των Βαλκανίων κυβερνούν την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ρωμανίας μέχρι την πρώτη δεκαετία του 8ου αιώνα. 1

Στη ρωμαϊκή εποχή έχει τις ρίζες του το βλάχικο όνομα της Θεσσαλονίκης. Για τους βλαχόφωνους πληθυσμούς της νότιας Βαλκανικής η Θεσσαλονίκη είναι ακόμη γνωστή με το όνομα Σαρούνα. Το όνομα αυτό φέρεται να είναι παραφθορά της λατινικής ονομασίας Σάλωνα, που της είχε δοθεί από τους λατινόφωνους και ήταν για αρκετό καιρό σε παράλληλη χρήση με το όνομα Θεσσαλονίκη. Όταν οι Σλάβοι έκαναν την εμφάνισή τους στα Βαλκάνια αυτό τα όνομα φαίνεται πως έμαθαν από τους λατινόφωνους πληθυσμούς που συνάντησαν και η σλαβική ονομασία της πόλης, Σόλουν, είναι μάλλον παραφθορά του λατινικού Σάλωνα. 2 Μέχρι πότε επιβίωσαν λατινόφωνοι κάτοικοι ανάμεσα στους κατοίκους της πόλης είναι δύσκολο να απαντηθεί, αν και η αναφορά του Ιωάννη Λυδού ενισχύει την άποψη πως ίσως υπήρχαν Θεσσαλονικείς που μιλούσαν κάποια δημώδη πιθανότατα λατινικά μέχρι τον 6ο αιώνα, και αυτό γιατί ο Λυδός μας μεταφέρει την άποψη πως στις βαλκανικές επαρχίες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η λατινοφωνία χαρακτήριζε περισσότερο τους ανθρώπους που είχαν δημόσιες θέσεις και κατά συνέπεια θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως χαρακτήριζε πολλούς από τους ανθρώπους που κατοικούσαν στα διοικητικά κέντρα, όπως η Θεσσαλονίκη. 3 Η παρουσία αυτών των λατινόφωνων στην πόλη θα πρέπει να ενισχυόταν και από τις συνεχείς επαφές της Θεσσαλονίκης με τις βορειότερες και κατεξοχήν λατινόφωνες περιοχές του βαλκανικού βορρά και ιδιαίτερα με το παραδουνάβιο Σίρμιο της Παννονίας. Φυγάδες από το Σίρμιο είναι πιθανό να κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη ήδη από το 460 μεταφέροντας μαζί τους τα λείψανα της Αγίας Αναστασίας. Η άφιξη λατινόφωνων προσφύγων στη Θεσσαλονίκη και τις νοτιότερες και ασφαλέστερες περιοχές θα πρέπει να συνεχίστηκε μέχρι το 535, όταν επί Ιουστινιανού το Σίρμιο χάθηκε για τους Ρωμαίους-Βυζαντινούς και πέρασε οριστικά στα χέρια των επιδρομέων βαρβάρων και η έδρα της επαρχίας του Ιλλυρικού μεταφέρθηκε οριστικά από το Σίρμιο στη Θεσσαλονίκη. Αυτές οι μετακινήσεις και οι δημογραφικές ανακατατάξεις υπό την πίεση των βαρβάρων προκάλεσαν τη σύγχυση ως προς τις ρίζες της λατρεία του Αγίου Δημητρίου. 4 Η περίφημη γραμμή Jirecek που χώριζε τη Βαλκανική σε ένα βορειοδυτικό λατινικό τομέα και ένα νοτιοανατολικό ελληνικό τομέα ήταν πλέον διάτρητη.

Όμως η οριστική εγκατάσταση των Σλάβων αποσπά από τη ρωμαϊκή-βυζαντινή διοίκηση όλες εκείνες της επαρχίες όπου υπήρξε εντονότερη παρουσία των λατινόφωνων υπηκόων και η Θεσσαλονίκη παίρνει σταδιακά τη μορφή της βυζαντινής-ελληνικής πόλης. Ωστόσο οι Σλάβοι δεν εξαφάνισαν δια παντός τους λατινόφωνους πληθυσμούς και τη λατινοφωνία, όπως δε χάθηκαν ούτε οι ελληνόφωνοι και ούτε οι αλβανόφωνοι-ιλλυρικοί πληθυσμοί. Οι σκλαβηνίες που σχηματίζονται γύρω από τη Θεσσαλονίκη έχουν πιθανότατα μικτή πληθυσμιακή σύνθεση, γηγενών και πρώην επιδρομέων. Τον 7ο αιώνα, οι διάφοροι "σλαβικοί" πληθυσμοί, όπως οι Σαγουδάτοι, οι Ρυγχίνοι, οι Στρυμονίτες και οι Δραγουβίτες, που βρέθηκαν εγκατεστημένοι στις περιοχές γύρω από τη Θεσσαλονίκη θα πρέπει να είχαν στους κόλπους και αρκετούς από τους παλαιότερους πληθυσμούς της υπαίθρου και ανάμεσά τους και αρκετούς λατινόφωνους. Οι επαφές του ρήγα των Ρυγχίνων, Περβούνδου, με την πόλη και τους άρχοντές της μπορούν να ενισχύσουν την άποψη για μία έστω περιορισμένη επιβίωση της λατινοφωνίας ακόμη και μέσα στη βυζαντινή πια πολιτεία της Θεσσαλονίκης. 5 Στην υπόθεση αυτή συνηγορεί κάποια πληροφορία από τα γραφόμενα στα Θαύματα του Αγίου Δημητρίου, όπου μαρτυρείται πως τον 7ο αιώνα υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη και πολίτες "εκ του Ρωμαίου φύλου". 6 Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι η ελληνοφωνία κυριαρχούσε και η λατινοφωνία σταδιακά περιορίζονταν.

Αυτή η περιορισμένη παρουσία ίσως δέχτηκε κάποια ενίσχυση κατά τη διάρκεια του α' μισού του 7ου αιώνα με τα γεγονότα που είχαν ως βασικούς πρωταγωνιστές τον Κούβερ και το Μαύρο. 7 Το πλήθος των ανθρώπων που βρέθηκε στον "Κεραμίσιο κάμπο", στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, προερχόμενο από τις όχθες του Δούναβη στην περιοχή της Παννονίας, είχε μικτή σύνθεση. Ανάμεσά τους υπήρχαν ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι πρώην υπήκοοι της Αυτοκρατορίας, οι οποίοι είχαν αιχμαλωτιστεί από τις βαλκανικές επαρχίες, τη Μακεδονία και τη Θράκη και είχαν οδηγηθεί αιχμάλωτοι στα εδάφη των Αβάρων. Επιστρέφοντας στα εδάφη της Αυτοκρατορίας, αρκετοί από αυτούς εγκατέλειψαν τους αλλοεθνείς συνοδοιπόρους και το στρατόπεδο του "Κεραμίσιου κάμπου" και αναζήτησαν τις παλαιότερες εστίες τους και την ασφάλεια των πόλεων της Μακεδονίας και της Θράκης, από όπου είχαν αρπαχθεί οι ίδιοι ή και οι πρόγονοί τους. Κάποιοι από αυτούς κατέφυγαν στην ίδια τη Θεσσαλονίκη και ορισμένους οι αρχές τους μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Ο συγγραφέας των Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, της πηγής αυτών των γεγονότων, μας πληροφορεί πως ο Μαύρος και κατ' επέκταση και αρκετοί από τους ανθρώπους του καταυλισμού του "Κεραμίσου κάμπου" μιλούσαν "την καθ' ημάς γλώσσαν (ελληνικά) και των Ρωμαίων (λατινικά), Σλάβων και Βουλγάρων". Τα γραφόμενα αυτά θα πρέπει να έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς ο συγγραφέας τους φέρεται να ήταν ο τότε επίσκοπος της πόλης, ο οποίος θα πρέπει να δεχτούμε πως γνώριζε καλά τη Θεσσαλονίκη και την ενδοχώρα της και ήταν σε θέση να κάνει την διάκριση ανάμεσα στα λατινικά και τα ελληνικά.

Στους επόμενους αιώνες οι εναπομείναντες λατινόφωνοι πληθυσμοί των βυζαντινών πόλεων και της Θεσσαλονίκης αφομοιώνονται και αυτοί της υπαίθρου μεταλλάσσονται και βρίσκονται να κατοικούν διάσπαρτοι τόσο στα εδάφη των Βυζαντινών, όσο και στα εδάφη των Βουλγάρων και των Σέρβων. Ενώ οι ρίζες τους και η ταυτότητα των πρώην Ρωμαίων υπηκόων ξεχνιούνται και οι Σλάβοι γείτονές τους τους ονομάζουν Βλάχους, έτσι όπως έμαθαν να τους αποκαλούν από τους Γότθους, οι ίδιοι εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται στη γλώσσας τους ως Αρμούνοι-Ρωμάνοι, όπως άλλωστε και οι πολίτες του Βυζαντίου αυτοπροσδιορίζονταν στα ελληνικά ως Ρωμαίοι-Ρωμιοί. Μπορεί στη Θεσσαλονίκη η λατινοφωνία να εξέλειψε για αρκετούς αιώνες, όμως η επιβίωση λατινόφωνων-βλαχόφωνων πληθυσμών στην ενδοχώρα της θα πρέπει να θεωρηθεί βέβαιη. Τον 10ου αιώνα, (980-990) ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος είναι μάλλον ο πρώτος που επισημαίνει την επιβίωση αυτή και κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε λατινόφωνους Ρωμάνους-Αρμούνους και σε ελληνόφωνους Ρωμαίους-Ρωμιούς. 8 Από εδώ και πέρα και καθώς οι Βυζαντινοί άρχισαν να διεκδικούν και να επανακτούν τα εδάφη με μεγαλύτερες συγκεντρώσεις λατινόφωνων πληθυσμών, που είχαν περιέλθει για πολλά χρόνια στους Σλάβους και τους Βούλγαρους, οι αναφορές για βλάχικους πια πληθυσμούς πληθαίνουν.

1 Ταρφαλή, Ορέστης, "Θεσσαλονίκη, από τις απαρχές μέχρι τον ΙΔ' αιώνα", μετάφραση: Αγγελική Νικολοπούλου, επιμέλεια: Α.Γ.Κ. Σαββίδης, Τροχαλίας, Θεσσαλονίκη 1994, σελ.25-61. Θεοχαρίδης, Γεώργιος Ι., "Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους, 285-1354", Ε.Μ.Σ. 55, Θεσσαλονίκη 1980, σελ.17-59. Λαζάρου, Αχιλλέας Γ., "Η Αρωμουνική και αι μετά της Ελληνικής σχέσης αυτής. Βλάχοι, Ιστορική-Φιλολογική-Μελέτη", β' έκδοση, Αθήνα 1986, σελ.63-115. Για τους Ρωμαίους αποίκους στα μακεδονικά εδάφη βλέπε: Σαμσάρης, Δημήτριος Κ., "Ατομικές χορηγήσεις της Ρωμαϊκής πολιτείας (civitas Romana) και η διάδοσή της στη ρωμαϊκή επαρχία Μακεδονία ΙΙ. Η περίπτωση της Βέροιας, έδρας του Κοινού των Μακεδόνων", Μακεδονικά 27, Θεσσαλονίκη 1989-1990, σελ.327-382. Σαμσάρης, Δημήτριος, "Οι Ρωμαίοι και η Χαλκιδική", Μακεδονικά 25, Θεσσαλονίκη 1985-86, σελ.33-46. Σαμσάρης, Δημήτριος Κ., «Έρευνες στην ιστορία, την τοπογραφία και τις λατρείες των ρωμαϊκών επαρχιών Μακεδονίας και Θράκης», Θεσσαλονίκη 1984. Samsaris, Dimitrios C., "La vallee du Bas-Strymon a l' epoque imperiale. Contribution epigraphique a la topographie, l' onomastique, l' histoire et aux cultes de la province romaine de Macedoine", Δωδώνη 18, Ιωάννινα 1989, σελ.203-382. Γιά τη ρωμαϊκή παρουσία στα Βαλκάνια και τη διασύνδεσή της με τους Βλάχους βλέπε επίσης: Winnifrith, T.J., "The Vlachs, the history of a balkan people", Duckworth, London 1987, σελ.57-87. Winnifrith, T.J., "Shattered Eagles, Balkan Fragments", Duckworth, London 1995, σελ.26-42.
2. Λαζάρου, Αχιλλέας Γ., "Βαλκάνια και Βλάχοι", "Τρία ελληνικά τοπωνύμια στο γλωσσικό ιδίωμα των βλαχόφωνων Ελλήνων", Εκδόσεις Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, Αθήνα 1993, σελ.246-256.
3. Λιάκος, Σωκράτης Ν., "Καταγωγή των Βλάχων ή Αρμανίων", Μικροευρωπαϊκές (Βαλκανικές) Μελέτες 2, Θεσσαλονίκη 1965, σελ.29- 35. Βακαλόπουλος, Απόστολος Ε., "Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Τόμος Α', Αρχές και διαμόρφωση του", έκδοση Β', Θεσσαλονίκη 1974, σελ.34-40.
4. Ταρφαλή, ο.π., σελ.71-76, 261-262. Θεοχαρίδης, ο.π., σελ.61-82.
5. Βλέπε κεφάλαιο: "Μογλενά".
6. Λιάκος, ο.π., σελ.10.
7. Βλέπε κεφάλαιο: "Η βλάχικη παρουσία στην περιοχή της Βέροιας και του Βερμίο πριν την εδραίωση των νεότερων βλάχικων οικισμών και εγκαταστάσεων".
8. Λιάκος, ο.π., σελ.9-10.. Brezeanu, Stelian, "Από τους εκλατινισμένους πληθυσμούς στους Βλάχους της Βαλκανικής", μετάφραση: Α.Ε. Καραθανάσης, Βαλκανική βιβλιογραφία, Τόμος V- 1976, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1979.